Αρχική » Παραδοσιακά όργανα της Μεσογείου » Μπουζούκι: ιστορία, κατασκευή και χορδές

Μπουζούκι: ιστορία, κατασκευή και χορδές

Τι είναι το μπουζούκι και από πού προέρχεται

Το μπουζούκι είναι ένα έγχορδο όργανο με μακρύ λαιμό, τάστα και χαρακτηριστικό αχλαδόσχημο σώμα. Η μορφή του συνδέεται με μια ευρύτερη οικογένεια οργάνων που συναντάται σε διαφορετικές μουσικές παραδόσεις της ανατολικής Μεσογείου. Για να κατανοηθεί η καταγωγή του, χρειάζεται να εξεταστούν τόσο οι συγγενικές κατασκευές όσο και οι μετακινήσεις των μουσικών πληθυσμών. Η ονομασία του, όπως και η πορεία του στην Ελλάδα, αντανακλά αυτές τις πολιτισμικές επαφές.

Η οικογένεια του ταμπουρά

Το μπουζούκι εντάσσεται στην οικογένεια του ταμπουρά, μιας ομάδας μακρύλαιμων, ταστόφορων λαούτων. Η κατασκευή του συνδυάζει χορδές που πάλλονται πάνω από το ηχείο με τάστα, τα οποία ορίζουν τις θέσεις των φθόγγων.

  • Ο μακρύς λαιμός επιτρέπει στον εκτελεστή να πιέζει τις χορδές σε διαφορετικές θέσεις και να μεταβάλλει το ύψος των φθόγγων με ακρίβεια.
  • Τα τάστα χωρίζουν την ταστιέρα σε διαδοχικές θέσεις· το πάτημα της χορδής πίσω από κάθε τάστο καθορίζει το ενεργό μήκος της.
  • Το αχλαδόσχημο σώμα λειτουργεί ως αντηχείο, ενισχύοντας τον ήχο των χορδών που διεγείρονται με πλήγμα ή πένα.
  • Συγγενικά όργανα, όπως ο οθωμανικός σαζ και ο ελληνικός ταμπούρας, μοιράζονται τον μακρύ λαιμό και τη σύνδεση με σώμα-αντηχείο.
  • Το σώμα κατασκευάζεται συνήθως από ξύλινα τμήματα που σχηματίζουν καμπύλη, ενώ το καπάκι κλείνει το ηχείο και πάλλεται μαζί με τις χορδές.
  • Η γέφυρα μεταφέρει τις δονήσεις των χορδών στο καπάκι, ενώ το καβαλάρης και το πάνω nut ορίζουν τα σημεία στήριξης και το μήκος τους.

Η συγγένεια αφορά κυρίως τη μορφολογία και τον τρόπο παραγωγής του ήχου, όχι την πλήρη ταύτιση των οργάνων. Οι διαφορετικές διαστάσεις, οι χορδές και οι λεπτομέρειες κατασκευής δίνουν σε κάθε όργανο ξεχωριστή απόκριση και ηχόχρωμα.

Η ονομασία και η πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα

Η ονομασία «μπουζούκι» πιθανότατα προέρχεται από την τουρκική λέξη «μποζούκ», η οποία αποδίδεται ως «χαλασμένος», «αλλοιωμένος» ή «ακανόνιστος». Η ετυμολογική σύνδεση θεωρείται πιθανή, όχι απολύτως βεβαιωμένη· η λέξη απαντά και σε μουσικά συμφραζόμενα, χωρίς αυτό να αποδεικνύει από μόνο του την ακριβή διαδρομή της ονομασίας. Η διάδοση του οργάνου στην ηπειρωτική Ελλάδα συνδέεται κυρίως με την άφιξη προσφύγων από τη Μικρά Ασία μετά το 1922. Μαζί τους μετακινήθηκαν μουσικοί και ακροατές, καθώς και όργανα και πρακτικές που είχαν καλλιεργηθεί σε διαφορετικά αστικά και τοπικά περιβάλλοντα. Έτσι, το μπουζούκι έγινε γνωστό σε νέες κοινότητες και εντάχθηκε σταδιακά στην ελληνική μουσική ζωή. Η παρουσία του δεν διαμορφώθηκε σε μουσικό κενό: οι εκτελεστές το προσάρμοσαν σε διαθέσιμα ρεπερτόρια, τρόπους ερμηνείας και τοπικές ακουστικές συνήθειες. Ο συγκερασμός αυτός επέτρεψε στο όργανο να διατηρήσει γνωρίσματα της ευρύτερης οικογένειάς του, ενώ παράλληλα απέκτησε σαφέστερο ρόλο μέσα στο ελληνικό μουσικό περιβάλλον. Η ονομασία και η διάδοσή του αποτυπώνουν, επομένως, διαφορετικές όψεις της πολιτισμικής επαφής.

Τρίχορδο και τετράχορδο μπουζούκι

Η διάκριση ανάμεσα στους δύο τύπους αφορά κυρίως τον αριθμό των ζεύξεων, το κούρδισμα και τις μουσικές δυνατότητες που προσφέρει η ταστιέρα. Κάθε ζεύξη αποτελείται από δύο χορδές που παίζονται μαζί, γι’ αυτό ένα τρίχορδο έχει έξι χορδές και ένα τετράχορδο οκτώ. Τα καθιερωμένα κουρδίσματα δίνουν διαφορετική αφετηρία για μελωδίες, συγχορδίες και τεχνικές συνοδείας. Κανένας τύπος δεν αποτελεί απλώς ιστορικό κατάλοιπο: και οι δύο χρησιμοποιούνται σήμερα, σε διαφορετικά ύφη και από μουσικούς με διαφορετικές προτιμήσεις. Η επιλογή εξαρτάται κυρίως από το ρεπερτόριο και τον ήχο που θέλει να υπηρετήσει ο εκτελεστής.

Το τρίχορδο: κούρδισμα και ήχος

Το τρίχορδο διαθέτει τρεις ζεύξεις, δηλαδή τρία ζευγάρια χορδών που παίζονται ταυτόχρονα με την πένα. Συνολικά έχει έξι χορδές. Σε κάθε ζεύξη οι δύο χορδές είναι συνήθως κουρδισμένες στην ίδια νότα, ενώ σε ορισμένες ρυθμίσεις μπορεί να χρησιμοποιείται οκταβική διπλασίαση. Το συνηθισμένο κούρδισμα, από τη χαμηλότερη προς την υψηλότερη ζεύξη, είναι Ρε–Λα–Ρε. Οι ονομασίες αυτές αντιστοιχούν στις νότες των ανοιχτών χορδών και αποτελούν πρακτικό σημείο αναφοράς για το παίξιμο και τη μεταφορά μελωδιών.

Ο διπλός χαρακτήρας των χορδών ενισχύει την ένταση και δίνει στον ήχο πυκνή, μεταλλική χροιά, με καθαρή επίθεση της πένας και παρατεταμένη αντήχηση. Η ακουστική εντύπωση παραμένει σχετικά εστιασμένη στη μελωδική γραμμή: οι φράσεις ακούγονται άμεσες και οι ανοιχτές χορδές προσθέτουν σταθερό ισοκράτημα. Η έκταση εξαρτάται από τον αριθμό και την τοποθέτηση των τάστων, το μήκος της κλίμακας και τη θέση του χεριού. Οι τρεις ζεύξεις παρέχουν λιγότερες ταυτόχρονες επιλογές από τις τέσσερις, όμως καλύπτουν με άνεση τις μελωδικές φράσεις και τους δρόμους που συναντώνται συχνά στο ρεμπέτικο.

Στο παίξιμο κυριαρχούν οι καθαρές μονές γραμμές, οι επαναλαμβανόμενες νότες, τα γλιστρήματα και τα σύντομα στολίδια ανάμεσα στις φράσεις. Η εναλλαγή χτυπήματος της πένας προς τα κάτω και προς τα πάνω βοηθά να διατηρείται σταθερός ρυθμός, ενώ οι ανοιχτές Ρε και Λα μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση της συνοδείας. Οι συγχορδίες συνήθως σχηματίζονται με λιγότερες διαθέσιμες φωνές από ό,τι στο τετράχορδο, γεγονός που αφήνει χώρο στη μελωδία και στον τραγουδιστή. Το τρίχορδο μπουζούκι έχει ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο ήχο, αλλά η εκφραστικότητά του δεν περιορίζεται σε ένα παλιό ύφος: μουσικοί εξακολουθούν να το επιλέγουν για τη συγκεκριμένη άρθρωση και τη μελωδική του ευθύτητα.

Το τετράχορδο: κούρδισμα και ήχος

Το τετράχορδο έχει τέσσερις ζεύξεις, άρα οκτώ χορδές που οργανώνονται σε ζευγάρια και ενεργοποιούνται μαζί από την πένα. Το συνηθισμένο κούρδισμά του, από τη χαμηλότερη προς την υψηλότερη ζεύξη, είναι Ντο–Φα–Λα–Ρε. Οι δύο χορδές κάθε ζεύξης είναι κατά κανόνα κουρδισμένες στην ίδια νότα, ώστε να ενισχύουν την ένταση και να διατηρούν ενιαία την απόκριση. Η πρόσθετη χαμηλή ζεύξη διευρύνει τις διαθέσιμες θέσεις για συγχορδίες και μελωδίες, χωρίς να αλλάζει τον βασικό τρόπο παραγωγής του ήχου με την πένα.

Σε σύγκριση με τον ήχο του τρίχορδου, το τετράχορδο προσφέρει μεγαλύτερη ευκολία στην αρμονική συνοδεία και περισσότερες επιλογές για πυκνές συγχορδίες. Η τέταρτη ζεύξη προσθέτει χαμηλότερες νότες και επιτρέπει στον εκτελεστή να συνδέει μελωδικές γραμμές με συνοδευτικά σχήματα σε ευρύτερο πεδίο. Η πραγματική έκταση εξαρτάται, όπως σε κάθε όργανο, από την κατασκευή, τα τάστα και την τεχνική του μουσικού· δεν καθορίζεται μόνο από το κούρδισμα. Ο διπλασιασμός των χορδών διατηρεί τον χαρακτηριστικό λαμπερό και μεταλλικό τόνο, ενώ οι περισσότερες διαθέσιμες φωνές μπορούν να κάνουν το άκουσμα πιο γεμάτο όταν παίζονται συγχορδίες.

Η διάδοση του τετράχορδου συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Μανώλη Χιώτη, ο οποίος το έκανε δημοφιλές στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Η διαμόρφωση αυτή εξυπηρετούσε ένα νεότερο λαϊκό ύφος, με περισσότερες αρμονικές κινήσεις και δεξιοτεχνικά περάσματα. Στο παίξιμο συναντώνται συγχορδιακά χτυπήματα, αρπισμοί, γρήγορες κλίμακες και μεταβάσεις ανάμεσα σε μελωδία και συνοδεία. Η πρόσβαση σε περισσότερες θέσεις δεν καταργεί την ανάγκη για καθαρό δάχτυλο και σταθερή πένα: οι γρήγορες φράσεις απαιτούν ακρίβεια στην εναλλαγή της πένας, ενώ οι συγχορδίες χρειάζονται ισορροπημένη πίεση στις χορδές. Το τετράχορδο μπουζούκι παραμένει ενεργό όργανο τόσο σε λαϊκά σχήματα όσο και σε σύγχρονες εκτελέσεις, χωρίς να αποτελεί υποχρεωτική αναβάθμιση του τρίχορδου.

Ποιο ταιριάζει σε ποιο ρεπερτόριο

Η επιλογή γίνεται ευκολότερη όταν συγκριθούν οι πρακτικές δυνατότητες των δύο οργάνων: οι τρεις ζεύξεις ευνοούν τη συγκεντρωμένη μελωδική γραμμή, ενώ οι τέσσερις προσφέρουν περισσότερες θέσεις για αρμονική συνοδεία και μεγαλύτερη άνεση σε ορισμένες μεταβάσεις.

Σύγκριση τρίχορδου και τετράχορδου μπουζουκιού
ΚριτήριοΤρίχορδοΤετράχορδο
Ζεύξεις και χορδέςΤρεις ζεύξεις, έξι χορδές συνολικάΤέσσερις ζεύξεις, οκτώ χορδές συνολικά
Συνήθες κούρδισμα, χαμηλά προς ψηλάΡε–Λα–ΡεΝτο–Φα–Λα–Ρε
Έκταση και θέσειςΤρεις σειρές χορδών· άμεση πρόσβαση στις βασικές μελωδικές θέσεις, με έκταση που εξαρτάται από τα τάστα και την κατασκευήΤέσσερις σειρές χορδών· πρόσθετες χαμηλές θέσεις και περισσότερες πρακτικές επιλογές για συγχορδίες
Χαρακτήρας ήχουΕστιασμένος, μελωδικός και καθαρά αρθρωμένος, ιδιαίτερα σε φράσεις με ανοιχτές χορδέςΓεμάτος στις συγχορδίες, με δυνατότητα πυκνότερης αρμονικής συνοδείας και εκτεταμένων περασμάτων
Τεχνικές παιξίματοςΜονές μελωδικές γραμμές, γλιστρήματα, στολίδια και ρυθμική εναλλαγή πέναςΑρπισμοί, συγχορδιακά χτυπήματα, γρήγορες κλίμακες και εναλλαγές μελωδίας και συνοδείας
Συνήθης ρεπερτοριακή κατεύθυνσηΤαιριάζει ιδιαίτερα στο ρεμπέτικο και σε μελωδίες που αναδεικνύουν τους δρόμουςΤαιριάζει ιδιαίτερα σε μεταγενέστερο λαϊκό ρεπερτόριο με περισσότερες αρμονικές αλλαγές

Για ρεμπέτικο ρεπερτόριο, το τρίχορδο είναι συνήθως η πιο άμεση επιλογή: η μελωδική του άρθρωση και οι διαθέσιμες ανοιχτές χορδές εξυπηρετούν φράσεις που στηρίζονται στους δρόμους και σε λιτές συνοδείες. Αυτό δεν αποκλείει την εκτέλεση ρεμπέτικων τραγουδιών σε τετράχορδο, αλλά το τρίχορδο προσφέρει τον πιο χαρακτηριστικό συνδυασμό θέσεων και ήχου για αυτό το ύφος.

Για μεταγενέστερο λαϊκό ρεπερτόριο, το τετράχορδο είναι συνήθως πρακτικότερο, ιδίως όταν το τραγούδι περιλαμβάνει συχνές αλλαγές συγχορδιών, γεμάτη συνοδεία ή γρήγορα περάσματα σε διαφορετικές θέσεις. Η επιλογή, ωστόσο, δεν αποτελεί κανόνα αποκλεισμού: και οι δύο τύποι παίζονται σήμερα, και η τεχνική του μουσικού επηρεάζει το αποτέλεσμα όσο και η διάταξη των χορδών. Αν ζητούμενο είναι ο χαρακτηριστικός μελωδικός ήχος του ρεμπέτικου, προτιμήστε τρίχορδο· αν προέχει η ευχέρεια σε αρμονικές κινήσεις του νεότερου λαϊκού τραγουδιού, προτιμήστε τετράχορδο.

Μπαγλαμάς και τζουράς

Ο μπαγλαμάς και ο τζουράς ανήκουν στην ίδια οικογένεια οργάνων με το μπουζούκι, αλλά διαφέρουν αισθητά στο μέγεθος και στον ηχητικό τους χαρακτήρα. Ο μικρός μπαγλαμάς ακούγεται σε υψηλότερη περιοχή, ενώ ο τζουράς τοποθετείται ανάμεσα σε αυτόν και στο μεγαλύτερο μπουζούκι. Σε ένα ρεμπέτικο σύνολο, και τα δύο μπορούν να στηρίξουν τον ρυθμό και την αρμονία δίπλα στη φωνή ή σε άλλα όργανα. Η συμβολή τους εξαρτάται από τον τρόπο παιξίματος και τη θέση τους μέσα στο σύνολο. Οι διαφορές τους γίνονται πιο καθαρές όταν εξεταστούν ξεχωριστά.

Ο μπαγλαμάς

Ο μπαγλαμάς είναι πολύ μικρό όργανο με μικρότερο σώμα και κοντύτερη κλίμακα από το μπουζούκι. Το μικρό του μέγεθος συνδέεται με πιο ψηλό ηχητικό ύψος και έναν διαπεραστικό, ευδιάκριτο ήχο μέσα στο σύνολο.

Στο ρεμπέτικο χρησιμοποιείται συχνά ως συνοδευτική φωνή, με την πένα να δίνει καθαρό παλμό και να συμπληρώνει τη μελωδία του μπουζουκιού. Τα βασικά χαρακτηριστικά του στην πράξη είναι τα εξής:

  • Το μικρό σώμα τον κάνει εύκολο στη μεταφορά και επιτρέπει στον μουσικό να τον κρατά κοντά στο σώμα κατά την εκτέλεση.
  • Το ηχητικό του ύψος είναι υψηλότερο από εκείνο του μπουζουκιού, οπότε ξεχωρίζει χωρίς να χρειάζεται να αναλάβει την κύρια μελωδία.
  • Η πένα είναι ο συνήθης τρόπος παιξίματος και βοηθά στην καθαρή άρθρωση των χτυπημάτων και των σύντομων φράσεων.
  • Σε ρεμπέτικο σύνολο, οι ρυθμικές κινήσεις του μπορούν να ενισχύουν τον παλμό και να στηρίζουν τη φωνή σε κουπλέ και επωδούς.
  • Σε σχέση με το μπουζούκι, προσφέρει πιο λεπτό και υψηλό χρώμα, ενώ συνήθως έχει μικρότερο ρόλο στη μελωδική προβολή.

Ο ρόλος του δεν περιορίζεται στην απλή επανάληψη ενός ρυθμού: σύντομες απαντήσεις ανάμεσα στις φωνητικές φράσεις προσθέτουν κίνηση, χωρίς να καλύπτουν τον τραγουδιστή. Όταν συνδυάζεται με μπουζούκι, η διαφορά ύψους βοηθά τα δύο όργανα να ακούγονται διακριτά, ακόμη κι όταν συμμετέχουν στην ίδια συνοδεία.

Ο τζουράς

Ο τζουράς έχει ενδιάμεσο μέγεθος ανάμεσα στον μικρό μπαγλαμά και στο μεγαλύτερο μπουζούκι. Αυτή η θέση αντανακλάται και στον ήχο του: βρίσκεται συνήθως σε χαμηλότερη περιοχή από τον μπαγλαμά και σε υψηλότερη από το μπουζούκι, με χαρακτήρα που συνδυάζει ευκρίνεια και μεγαλύτερη ηχητική παρουσία.

Στα ρεμπέτικα σύνολα μπορεί να αναλάβει συνοδευτικό ρόλο, στηρίζοντας τον παλμό και την αρμονική κίνηση γύρω από τη φωνή. Με χτυπήματα πένας και σύντομες μουσικές απαντήσεις, γεμίζει το ηχητικό πεδίο χωρίς να χρειάζεται να πάρει τη θέση της κύριας μελωδίας. Σε σχέση με τον μπαγλαμά διαθέτει πιο γεμάτο ήχο, ενώ παραμένει μικρότερος και πιο συμπαγής από το μπουζούκι.

Η διαφορά από το μπουζούκι δεν αφορά μόνο το μέγεθος. Το μπουζούκι έχει συνήθως μεγαλύτερη ηχητική έκταση και μπορεί να προβάλει πιο έντονα τη μελωδική γραμμή, ενώ ο τζουράς λειτουργεί συχνά ως δεύτερη φωνή ή ως ρυθμικό στήριγμα. Η επιλογή του προσφέρει πιο συγκρατημένη ένταση και ενδιάμεσο ηχόχρωμα, χρήσιμο όταν το σύνολο χρειάζεται συνοδεία που να ξεχωρίζει από τον μπαγλαμά χωρίς να ανταγωνίζεται το μπουζούκι.

Το μπουζούκι στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι

Στο πρώιμο ρεμπέτικο, το μπουζούκι βρίσκεται κοντά στον πυρήνα της εκτέλεσης και συνδέει τη μελωδία με τον παλμό του τραγουδιού. Με τον Μάρκο Βαμβακάρη συνδέεται ένας χαρακτηριστικός πρώιμος ήχος, όπου οι φράσεις του οργάνου συνομιλούν άμεσα με τη φωνή. Στη συνέχεια, το μπουζούκι περνά σε ευρύτερες ενορχηστρώσεις και αποκτά διακριτό ρόλο μέσα στο νεότερο λαϊκό τραγούδι. Η πορεία του Βασίλη Τσιτσάνη δείχνει αυτή τη μετάβαση από την άμεση, λιτή συνοδεία σε πιο οργανωμένη μελωδική παρουσία.

Μάρκος Βαμβακάρης και ο πρώτος ήχος του ρεμπέτικου

Στο πρώιμο ρεμπέτικο, το μπουζούκι δεν λειτουργεί μόνο ως όργανο που παρουσιάζει τη βασική μελωδία· συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του ρυθμού και του ύφους της εκτέλεσης. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, γεννημένος το 1905 και με ημερομηνία θανάτου την 8η Φεβρουαρίου 1972, συνδέθηκε καθοριστικά με αυτόν τον πρώιμο ήχο, όπου η φωνή και το όργανο βρίσκονται σε στενή μουσική σχέση.

  • Σε μικρά μουσικά σύνολα, το μπουζούκι συχνά αναλαμβάνει την κύρια μελωδική γραμμή, με καθαρές φράσεις που ξεχωρίζουν χωρίς πυκνή ενορχήστρωση.
  • Ανάμεσα στους στίχους, σύντομες οργανικές απαντήσεις επαναλαμβάνουν ή παραλλάσσουν το μελωδικό υλικό και δίνουν συνέχεια στη ροή του τραγουδιού.
  • Η πένα τονίζει σταθερά τον παλμό, ενώ οι εναλλαγές ανάμεσα σε χτυπήματα και μελωδικές κινήσεις συνδέουν τη συνοδεία με την κύρια φωνή.
  • Μικρές διακοσμητικές κινήσεις και γρήγορες νότες προσθέτουν ένταση στις φράσεις, χωρίς να απομακρύνουν το όργανο από τον βασικό ρυθμό.
  • Η κιθάρα μπορεί να στηρίζει αρμονικά και ρυθμικά το σύνολο, αφήνοντας στο μπουζούκι περισσότερο χώρο για μελωδικές απαντήσεις και οργανικά περάσματα.

Η παρουσία του Βαμβακάρη ανέδειξε το Ρεμπέτικο μπουζούκι ως αναγνωρίσιμη φωνή του τραγουδιού: άλλοτε οδηγεί τη μελωδία και άλλοτε σχολιάζει τη φωνητική γραμμή με σύντομες παρεμβάσεις. Η δύναμή του βρίσκεται στην οικονομία των μέσων, καθώς λίγες χαρακτηριστικές νότες και ένας σαφής παλμός αρκούν για να στηρίξουν τη δομή της εκτέλεσης.

Βασίλης Τσιτσάνης και το λαϊκό τραγούδι

Στη μετάβαση από το ρεμπέτικο προς το λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι διατηρεί τον πρωταγωνιστικό μελωδικό του χαρακτήρα, αλλά εντάσσεται όλο και περισσότερο σε οργανωμένες ενορχηστρώσεις. Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1915 και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1984. Η συμβολή του συνδέεται με μια πιο συστηματική αξιοποίηση του οργάνου μέσα στη σύνθεση, όπου οι οργανικές φράσεις αποκτούν σαφή θέση δίπλα στη φωνή και στα υπόλοιπα μέρη του συνόλου.

Στο νεότερο λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι δεν περιορίζεται στην εναλλαγή ανάμεσα σε μελωδία και ρυθμική στήριξη. Μπορεί να παρουσιάζει το κεντρικό θέμα, να παρεμβάλλεται ανάμεσα στις φωνητικές ενότητες και να αναλαμβάνει εκτενέστερα οργανικά περάσματα. Η μελωδική του γραμμή συνδέεται πλέον με πιο σχεδιασμένη αρμονική συνοδεία, ώστε οι παρεμβάσεις του να εντάσσονται σε συνολική μουσική διάταξη και όχι μόνο στον άμεσο διάλογο με τον τραγουδιστή.

Η αλλαγή αφορά, επομένως, κυρίως το πλαίσιο χρήσης του οργάνου: από κεντρική, λιτή φωνή ενός μικρού συνόλου, το μπουζούκι γίνεται ξεχωριστός σολιστικός και ενορχηστρωτικός πυλώνας του λαϊκού τραγουδιού. Συνεχίζει να οδηγεί τη μελωδία και να κρατά τον παλμό, αλλά αποκτά πιο προβεβλημένο ρόλο σε οργανικές εισαγωγές, απαντήσεις και περάσματα που οργανώνουν τη μορφή του τραγουδιού.